μαργαρίτα


μαργαρίτα
Κοινή ονομασία πολλών άγριων ή καλλιεργούμενων φυτών που ανήκουν στην οικογένεια των συνθέτων (compositae) και έχουν άνθη κατά κεφάλια, με εμφανή ακτινοειδή στεφάνη. Σε πολλές περιπτώσεις, οι μ. φέρουν δύο ειδών άνθη: τα πρώτα έχουν ακτινωτή διάταξη και κίτρινο, συνήθως, χρώμα· περιβάλλουν τα δεύτερα, τα οποία είναι μικρά, σωληνόμορφα και συναθροίζονται για να σχηματίσουν έναν δίσκο. Σημαντικό ταξινομικό γνώρισμα αποτελεί το σχήμα των βρακτίων, τα οποία βρίσκονται κάτω από το άνθος και μοιάζουν με φύλλα. Τα φύλλα των μ. μπορεί να έχουν ποικιλία σχημάτων. Οι κυριότεροι αντιπρόσωποι των μαργαριτών είναι οι εξής: το Chrysanthemum ή Leucanthemum vulgare είναι πολυετής πόα, αυτοφυής σε λιβάδια και αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Έχει βλαστό με λίγες διακλαδώσεις και σκουροπράσινα, οδοντωτά φύλλα· τα άνθη (οι γνωστές λευκές μ.) είναι τυπικά κεφάλια με γόνιμα σωληνοειδή, κίτρινα ανθίδια στο εσωτερικό του ανθικού δίσκου, ενώ στην περιφέρεια υπάρχουν λευκά γλωσσοειδή ανθίδια, ακτινοειδώς διατεταγμένα. Τα τελευταία προσελκύουν τα έντομα, τα οποία μεταφέρουν τη γύρη διευκολύνοντας τη γονιμοποίηση· οι καρποί είναι αχαίνια. Από το Chrysanthemum maximum έχουν προέλθει πολλές ποικιλίες, οι οποίες καλλιεργούνται για τις μεγάλες καλοκαιρινές και μακρυστέλεχες μαργαρίτες, που εκτιμώνται ιδιαίτερα για τα βάζα. Μ. ονομάζεται, επίσης, το Chrysanthemum frutescens, μικρός θάμνος με σφαιρική πυκνή κόμη και άφθονες μικρές μ. που εμφανίζονται από τον Νοέμβριο έως την άνοιξη· το είδος αυτό καλλιεργείται στους κήπους για διακοσμητικούς σκοπούς και αντέχει στις παραθαλάσσιες τοποθεσίες. Το είδος Chrysanthemum coronarium είναι η γνωστή ανοιξιάτικη κίτρινη μ. που αυτοφύεται σε χέρσους και καλλιεργούμενους αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Στην οικογένεια των συνθέτων υπάγεται και η μπέλα (Bellis perennis), πολυετής πόα με φύλλα που είναι διατεταγμένα σε παράρριζη ροζέτα, από το κέντρο της οποίας ανέρχονται ανθοφόροι μίσχοι που φέρουν ο καθένας από ένα κεφάλιο. Τα σωληνοειδή περιφερειακά ανθίδια των κεφαλίων είναι λευκά, ρόδινα ή πορφυρά, ενώ τα εσωτερικά κίτρινα. Είναι κοινό είδος της ελληνικής χλωρίδας, ενώ αυτοφύεται σε λιβάδια, αγρούς και κατά μήκος των δρόμων. Έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες, που καλλιεργούνται στους κήπους ως διακοσμητικά (μπορντούρες, παρτέρια κλπ.). Τα σωληνοειδή ανθίδια των κεφαλίων σε αυτές τις ποικιλίες έχουν μεταμορφωθεί σε γλωσσοειδή. Το είδος λευκάνθεμο το κοινό, που φυτρώνει σε λιβάδια και αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Η μπέλα (βελλίδα η πολυετής) είναι κοινό είδος της ελληνικής χλωρίδας με πολλές ποικιλίες.
* * *
η
κοινή ονομασία διαφόρων φυτών τού γένους χρυσάνθεμο, που ανήκει στην οικογένεια τών συνθέτων, καθώς και όλων σχεδόν τών φυτών με μαργαριτόμορφα άνθη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. ιταλ. margarita < μαργαρίτης*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μαργαρίτα — η κύριο όνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαργαρίτα — η (λ. ιταλ.), το φυτό χρυσάνθεμο το θαμνώδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαργαρῖτα — μαργαρίτης pearl masc voc sg μαργαρίτης pearl masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μηνιάτη, Μαργαρίτα Αλβάνα — Βλ. λ. Αλβάνα Μηνιάτη, Μαργαρίτα …   Dictionary of Greek

  • Αγία Μαργαρίτα — (Sainte Marguerite).Γαλλικό μικρό νησί στη Μεσόγειο, απέναντι από την πόλη Κάνες, από την οποία απέχει δύο μίλια. Έχει μήκος 6 χλμ. και χωρίζεται από το γειτονικό μικρό επίσης νησί του Αγίου Ονοράτου με πορθμό πλάτους ενός χλμ. Στο νησί αυτό… …   Dictionary of Greek

  • Αλβάνα-Μηνιάτη, Μαργαρίτα — (Κέρκυρα 1821 – Λιβόρνο 1887). Συγγραφέας. Θεωρείται από τις σημαντικότερες Ελληνίδες λόγιες και συγγραφείς του 19ου αι. Η πνευματική της ακτινοβολία και η ευγένεια του χαρακτήρα της την ανέδειξαν σε ηγερία μιας πλειάδας λογοτεχνών και… …   Dictionary of Greek

  • Βελισάρη, Μαργαρίτα — (19ος αι.). Καλόγρια το 1825 στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας. Φίλη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, από τον οποίο απέκτησε το 1836 έναν γιο, τον Πάνο. Το ίδιο όνομα είχε και ο νόμιμος πρωτότοκος γιος του, που σκοτώθηκε στον εμφύλιο του 1824.… …   Dictionary of Greek

  • Λυμπεράκη, Μαργαρίτα — (Αθήνα 1919 – 2001). Πεζογράφος και θεατρική συγγραφέας. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική, ενώ έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι. Έγραψε μυθιστορήματα, θεατρικά έργα και σενάρια …   Dictionary of Greek

  • Βενεζουέλα — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Στα Β βρέχεται από την Καραϊβική θάλασσα και από τον Ατλαντικό ωκεανό, Δ συνορεύει με την Κολομβία, Ν με τη Βραζιλία και Α με τη Γουιάνα.Η Β. έχει καλά καθορισμένα σύνορα. Μόνο τα σύνορα με τη Γουιάνα αμφισβητούνται από …   Dictionary of Greek

  • Δανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Δανίας Έκταση: 43.094 τ. χλμ Πληθυσμός: 5.352.815 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Κοπεγχάγη (499.148 κάτ. το 2001)Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στην ιστορική ομάδα των σκανδιναβικών χωρών. Συνορεύει στα Ν με τη Γερμανία, ενώ… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.